Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ 1922-1945 [Απόσπασμα 2]

Οι πρόσφυγες τριγύρω, με τα μάτια θολά, έσερναν ανήμποροι κι απελπισμένοι τα πόδια τους σε μια πορεία χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα. Προσπαθούσαν να επιζήσουν, χωρίς τροφή, ακόμα και χωρίς νερό. Μια νέα γυναίκα, χλωμή και κιτρινισμένη από τις κακουχίες, κρατούσε ένα αγοράκι από το χέρι και φώναζε με όση δύναμη της είχε απομείνει:
-Εδώ που ήρθαμε κυνηγημένοι για να γλυτώσουμε απ' το μαχαίρι του Τούρκου, αντί για τη σωτηρία βρήκαμε τα χειρότερα..Ναι τα χειρότερα. Το μαχαίρι, σου παίρνει τη ζωή, μια κ' έξω. Εδώ, στην αγκαλιά της "μάνας" Ελλάδας σε πεθαίνει αργά και βασανιστικά η πείνα, η δίψα και η καταφρόνια των ντόπιων αδερφών μας. Ήρθαμε για να σωθούμε στη μάνα μας, στην Ελλάδα και συναντήσαμε μια χώρα εχθρική, σαν κακιά μητριά.
Χτύπησα πολλές πόρτες. Καμιά δεν άνοιξε. Κανένας δεν δέχτηκε ν' ακούσει τα παρακάλια μου. Μόνο σε μια πόρτα άκουσα μια φωνή, από μέσα, να με ρωτάει:"Τι θέλω;" Της ζήτησα λίγο νερό για το μικρό μου. Αυτή η "αδερφή" μου, η νησιώτισσα, μου ζήτησε παράδες. Παράδες για λίγο νερό του θεού. Χίλιες φορές χειρότεροι κι απ' τους εχθρούς μας, είναι ορισμένοι Χριστιανοί. Ξένους τουρκόσπορους , μας λενε. Μας αποφεύγουν σαν να είμαστε λεπροί. Πεθαίνουμε στους δρόμους και δεν υπάρχει άνθρωπος, δεν υπάρχει κανένας για να κάνει κάτι. Ας δώσει ο Θεός να πληρώσουν οι υπαίτιοι. Που να σαπίσουν, Παναγία μου.
Ένας νέος άντρας με μάτια κατακόκκινα απ' το κλάμα, παραπατώντας σκόνταψε απάνω στο Γιάννη. Στην προσπάθεια του να κρατηθεί, γαντζώθηκε απάνω του και κλαίγοντας με λυγμούς, ψιθύριζε:
-Το βράδυ κοιμηθήκαμε νοικοκυραίοι και το πρωί ξυπνήσαμε πρόσφυγες, ξεσπιτωμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι, κατεστραμμένοι. Γίναμε ζητιάνοι, ζήτουλες για ένα κομμάτι ψωμί, για ένα κύπελο νερό. Πιο πολύ με πονάει η περιφρόνηση των ντόπιων. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, μόνο που είναι λίγες και η δυστυχία μας, αμέτρητη....

Από το ιστορικό μυθιστόρημα του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΠΡΆΝΟΥ, "Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ 1922-1945"

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ 1922-1945

..Ενας νέος άνδρας, με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, παραπατώντας σκόνταψε απάνω στο Γιάννη. Στην προσπάθεια του να κρατηθεί, γαντζώθηκε στον ώμο του και κλαίγοντας με λυγμούς, ψιθύριζε:
-Το βράδυ κοιμηθήκαμε νοικοκυραίοι και το πρωί ξυπνήσαμε πρόσφυγες, ξεσπιτωμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι και κατεστραμμένοι. Γίναμε ζητιάνοι, ζήτουλες για ένα κομμάτι ψωμί, για ένα κύπελλο νερό. Πιο πολύ με πονάει η περιφρόνηση των ντόπιων. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις. αλλά μόνο που είναι λίγες και η δυστυχία μας μεγάλη, αμέτρητη.
Τι να σου κάνουν μερικοί πονετικοί και καλόκαρδοι άνθρωποι; Φτωχοί κ' αυτοί. Όμως κάποιοι απ' αυτούς, μοιράζουνε τη λιγοστή μπουκιά τους, μαζί μας Η αλήθεια να λέγε
ται. Σε τέτοιες καταστροφές αναζητάς τον άνθρωπο και δύσκολα τον βρίσκεις.
Οι περισσότεροι πρόσφυγες παρέμεναν βουβοί, χαμένοι, με τα μάτια βουρκωμένα.
Πανιασμένα πρόσωπα καισώματα που με τη στάση τους έμοιαζαν να έχουν χάσει τη δυνατότη
τα για κάθε ενέργεια. Σαν ανθρώπινες μαριονέτες που τους είχε κοπεί ο σπάγκος που τους έδινε κίνηση. Κάποιες στιγμές μόνο, κάποια χέρια υψώνονταν σε στάση ικεσίας και προσμονής.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το ιστορικό μυθιστόρημα του Γιώργου Καπράνου :"Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ 1922-1945 Από το Διωγμό στην Κατοχή"